κτηνοτροφία

κτηνοτροφία
Η τέχνη της εκτροφής ζώων, τα οποία χρησιμοποιούνται κυρίως ως τροφή του ανθρώπου. Η κ. εμφανίστηκε στην ανθρώπινη ιστορία σε υποτυπώδη μορφή πριν από τη γεωργική περίοδο και αμέσως μετά το στάδιο του κυνηγιού. Από τα ζώα χρησιμοποιούσαν αρχικά το κρέας και το δέρμα, όταν όμως ορισμένα από αυτά εξημερώθηκαν και εξοικειώθηκαν με τους ανθρώπους, σε μεταγενέστερα στάδια, άρχισαν να χρησιμοποιούν και άλλα προϊόντα τους, όπως το γάλα, το μαλλί κ.ά. Οι Βαβυλώνιοι ασχολήθηκαν με την εκτροφή κατοικίδιων ζώων ήδη από την 6η χιλιετηρίδα π.Χ. · φαίνεται, όμως, ότι σε ορισμένους λαούς της Αμερικής υπήρχε ανεπτυγμένη κ. και σε παλαιότερα χρόνια, ενώ στην Ευρώπη η τέχνη διαδόθηκε από τους Άριους και διάφορους νομαδικούς λαούς. Στην ελληνική μυθολογία ως ποιμενικοί θεοί αναφέρονται ο Απόλλων, η Άρτεμις και ο Ερμής. Στα ομηρικά χρόνια εμφανίστηκε ανεπτυγμένη η εκτροφή ορισμένων ζώων (βοδιών, γουρουνιών, ημιόνων, περιστεριών, μελισσών κ.ά.), τα οποία είχαν ιδιαίτερη σημασία για την αγροτική οικονομία της χώρας μετά την κάθοδο των Δωριέων. Μεγάλος αριθμός συγγραφέων ασχολήθηκε, τότε, έμμεσα με τα θέματα της κ., όπως ο Ξενοφών, στα έργα του Περί ιππικής και Οικονομικός. Στα ρωμαϊκά και στα βυζαντινά χρόνια η κ. σημείωσε σημαντική ανάπτυξη, κυρίως εξαιτίας της ύπαρξης μεγάλων κτημάτων. Η κ. περιλαμβάνει τόσο τα κατοικίδια όσο και τα μη κατοικίδια ζώα. Στα πρώτα ανήκουν το άλογο, το γαϊδούρι, το μουλάρι, το βόδι, το πρόβατο, η κατσίκα, το γουρούνι, το κουνέλι κ.ά., ενώ η εκτροφή ορισμένων ζώων συνιστά ξεχωριστούς κλάδους, όπως των μελισσών (μελισσοκομία) και των πτηνών (πτηνοτροφία). Στα μη κατοικίδια ζώα περιλαμβάνονται κυρίως εκείνα που εκτρέφονται για το δέρμα τους (αλεπούδες, αλιγάτορες κλπ.) και για ιατρικούς ή άλλους σκοπούς. Οι μορφές της κ. ποικίλλουν ανάλογα με τις γεωφυσικές και τις πολιτικές συνθήκες κάθε χώρας, την οικονομική της ανάπτυξη και τον συνδυασμό της τέχνης αυτής με τις αγροτικές καλλιέργειες. Γενικά όμως διακρίνονται δύο μορφές κ.: η φυσική, κατά την οποία οι βοσκοί χρησιμοποιούν τους βοσκότοπους για την εκτροφή των κοπαδιών τους ή οι γεωργοί τις εκτάσεις που βρίσκονται σε αγρανάπαυση, και η τεχνητή, κατά την οποία ο κτηνοτρόφος χρησιμοποιεί ζωοτροφές και αναπτύσσει κυρίως τη λεγόμενη σταβλική κ., η οποία είναι περισσότερη αποδοτική. Τα προϊόντα της κ. και η διατροφή των ζώων, για την οποία χρησιμοποιούνται –εκτός από τις καλλιεργούμενες ζωοτροφές– και τα υπολείμματα των καλλιεργειών (χορτάρι) ή των βιομηχανιών (σκύβαλα, βαμβακόπιτα κλπ.), τα οποία με αυτό τον τρόπο αξιοποιούνται, συνιστούν την οικονομική σημασία της κ. Τα προϊόντα αυτά είναι κυρίως το κρέας, το λίπος, το γάλα και τα παράγωγά τους, τα αβγά, το μέλι, το μαλλί, οι τρίχες των ζώων, το δέρμα, τα κόκαλα, τα πούπουλα, η κοπριά, τα κέρατα, το κερί, το μετάξι, η εργασία των ζώων κ.ά. Με την ευρύτερη έννοια, στην κ. περιλαμβάνονται η χρήση των σκύλων ως φυλάκων και κυνηγών, το εμπόριο των ωδικών ή διακοσμητικών πουλιών κ.ά. Η κτηνοτροφία είναι μια πανάρχαια δραστηριότητα του ανθρώπου (φωτ. ΑΠΕ). Η κτηνιατρική εμφανίστηκε κατά την ύστερη προϊστορική περίοδο και σήμερα έχει να επιδείξει εντυπωσιακά αποτελέσματα στους τομείς της πρόληψης αλλά και της θεραπείας των νόσων των ζώων (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
η (Α κτηνοτροφία) [κτηνοτρόφος]
η συστηματική εκτροφή και αναπαραγωγή ζώων με σκοπό την οικονομική εκμετάλλευσή τους ή την εκμετάλλευση και αξιοποίηση τών προϊόντων τους.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • κτηνοτροφίᾳ — κτηνοτροφίαι , κτηνοτροφία cattle keeping fem nom/voc pl κτηνοτροφίᾱͅ , κτηνοτροφία cattle keeping fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κτηνοτροφία — η η συστηματική διατροφή κατοικίδιων ή άλλων ζώων για οικονομική εκμετάλλευσή τους, η ζωοτροφία: Οι κάτοικοι της περιοχής αυτής ασχολούνται με την κτηνοτροφία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κτηνοτροφίας — κτηνοτροφίᾱς , κτηνοτροφία cattle keeping fem acc pl κτηνοτροφίᾱς , κτηνοτροφία cattle keeping fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κτηνοτροφίαν — κτηνοτροφίᾱν , κτηνοτροφία cattle keeping fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κτηνοτροφίαις — κτηνοτροφία cattle keeping fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κένυα — Eπίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Κένυας Έκταση: 582.650 τ. χλμ. Πληθυσμός: 31.138.735 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Ναϊρόμπι (2.411.900 κάτ. το 2002)Κράτος της ανατολικής Αφρικής. Συνορεύει Β με την Αιθιοπία και με το Σουδάν, Δ με την Ουγκάντα, Ν με… …   Dictionary of Greek

  • Αυστραλία — Κράτος της Ωκεανίας, ανάμεσα στον Ινδικό και τον Ειρηνικό ωκεανό, που περιλαμβάνει την ομώνυμη μεγάλη νήσο του νότιου Ειρηνικού (λόγω του μεγέθους θεωρείται ηπειρωτικό έδαφος), την Τασμανία και άλλα νησιά.Κράτος της Ωκεανίας, ανάμεσα στον Ινδικό… …   Dictionary of Greek

  • Αργεντινή — Κράτος της Νότιας Αμερικής.Συνορεύει ΒΑ με την Ουρουγουάη και τη Βραζιλία, Β με την Παραγουάη, ΒΔ με τη Βολιβία, Δ και ΝΔ με τη Χιλή, ενώ μια χιλιανή στενή λωρίδα γης τη χωρίζει από το έδαφος της Γης του Πυρός. Ανατολικά βρέχεται από τον… …   Dictionary of Greek

  • Ασία — I Mία από τις πέντε ηπείρους. Βρίσκεται ολόκληρη σχεδόν στο βόρειο ημισφαίριο, και από γεωμορφολογική άποψη αποτελεί με την Ευρώπη αδιαχώριστη ενότητα, στην οποία δίνεται η ονομασία Ευρασία. H Α. είναι η μεγαλύτερη από όλες τις ηπείρους. Καλύπτει …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”